Τέρνινγκ Πόιντ

May 7, 2008

Όσα γράφω μου φαίνονται αηδίες και συνήθως τα αγνοώ. Ακόμα και το σημειωματάριό μου θεωρώ πως το έχω γεμίσει με ό,τι χειρότερο μπορώ να γράψω. Μην αρχίσει κανείς τα “γράφεις ωραία” και “πολύ μετριόφρων είσαι” γιατί θα τον πάρει και θα τον σηκώσει. Δεν τα λέω για να εισπράξω φιλοφρονήσεις. Όταν λοιπόν συζητούσα με μια φίλη αυτό ακριβώς το γεγονός – ότι δηλαδή θεωρώ ότι δε γράφω και τίποτα σπουδαίο και ότι έχω γράψει πολλά κείμενα που δεν έχω δημοσιεύσει ποτέ ή έχω πετάξει στα σκουπίδια – μου απάντησε κοφτά:

- Μην το κάνεις αυτό στο μπλογκ.

Προφανώς και δεν υπήρχε ίχνος επιχειρήματος στην παραπάνω φράση, αλλά οφείλω να πω ότι ήταν αφοπλιστική μάλλον λόγω της σιγουριάς με την οποία εκτοξέυθηκε στα μούτρα μου. Μου ΄ρθε τότε στο μυαλό ο Νιόνιος και το Μην Πετάξεις Τίποτα αλλά σύντομα το ξέχασα όταν άρχισε να επιδρά στον οργανισμό μου η πέμπτη βότκα. Κάπου λοιπόν μεταξύ βότκας, πείνας και τάσης για ούρηση πήρα τη φοβερή απόφαση να πάψω να είμαι τόσο αυστηρός με τις μαλακίες που γράφω και να ανεβάζω περισσότερες από αυτές στο μπλογκ, ώστε να μπορούμε όλοι μαζί να με κοροϊδεύουμε.

Βέβαια όυτε αυτή η σκέψη κράτησε πολύ γιατί έπρεπε να συγκεντρωθώ για να κάνω τις πράξεις για το λογαριασμό και να βάλω τους άλλους δύο να αποφασίσουν πού θα πηγαίναμε μετά (τώρα που αναπαράγω τη σκηνή, ή έστω ό,τι θυμάμαι από αυτή, ο τρίτος της παρέας και γω σε μια μοντέρνα αντίληψη της εξόδου αφήσαμε τη φίλη να πληρώσει – το μεταμοντέρνο βέβαια θα ήταν να της πούμε ότι χρωστάει και άλλα εξήντα λεπτά και ότι θα τα βάλει στα επόμενα ποτά στο μαγαζί που θα συνεχίζαμε).

Τέλος πάντων, για να μην τα πολυλογώ, η νύχτα που αποτελεί πλέον σταθμό για το παρόν ιστολόγιο ξεκίνησε με πολλές βότκες και κατέληξε κάπου στην Αγία Παρασκευή υπό τους ήχους του “Θέε μου ρίξε μια αλήτισσα βροχή.” Από κει και πέρα ο καθένας ας βγάλει τα συμπεράσματά του.

Πηγή Φωτό


Λώρη Μαργαρίτη

March 16, 2008

Ένα κομμάτι είναι ακόμα εκεί. Στα 20-21 κάπου στα στενά κάτω από τα Ηλύσσια, στη Μαργαρίτη. Σάββατο βράδυ, η κιθάρα στον ώμο. Στη μέσα τσέπη του δερμάτινου δύο πακέτα τσιγάρα – ενά γεμάτο και το άλλο με καμιά δεκαριά – για να βγει η νύχτα. Μια βότκα λεμόνι Κώστα. Κουρδίζουμε και ξεκινάμε σε λίγο.

Σήμερα η κιθάρα είναι πίσω. Δεν την έχω εδώ και κάθε φορά που το θυμάμαι μετανιώνω. Μου υποσχέθηκα όμως ότι θα την φέρω στην πρώτη ευκαιρία. Για να μπορώ γυρνώντας από τη δουλειά να την παίρνω στα χέρια μου όπως τότε. Χωρίς μικρόφωνο και καλώδιο αυτή τη φορά. Με τη βότκα λεμόνι όμως.

Ο σκοπός δεν είναι να γυρίσω πίσω. Απλά όταν με συναντάω να έρχομαι από το άλλο ρεύμα του δρόμου, να μου παίζω τα φώτα για να θυμάμαι να κόβω ταχύτητα. Να μη βιάζομαι και να μην τρέχω να φτάσω. Δεν ξεφεύγω από κάτι. Χρειάζεται να κοιτάω τον καθρέφτη και να βλέπω από πού έρχομαι. Για να μην ξεχνάω που πάω.